Η περασμένη εβδομάδα ήταν αρκετά επεισοδιακή και σε αυτό το post θα προσπαθήσω να περιγράψω τις περιπέτειες μου, με κάθε λεπτομέρεια και ακρίβεια που μπορώ να θυμηθώ. Κάποια από τα γεγονότα που θα παραθέσω, ίσως σοκάρουν ή προκαλέσουν κάποια δυσπιστία στον αναγνώστη, όμως σας διαβεβαιώνω ότι είναι πέρα για πέρα αληθινά.
Τη Δευτέρα το απόγευμα λοιπόν, χρειάστηκε να πάω στο super market να ψωνίσω. Με αφορμή τα ψώνια, αποφάσισα να πάω με την Ferrari 458 Italia που έχω, καθώς η Porsche Carrera μου, έχει μικρότερο πορτ-μπαγκαζ και δεν θα χώραγε τα ψώνια. Ήταν καλή ευκαιρία επίσης να βάλω και βενζίνη στη Ferrari, μια που είχα να την οδηγήσω καιρό και το ντεπόζιτο ήταν άδειο σχεδόν. Στο δρόμο, πολύς κόσμος με κοίταζε με θαυμασμό και 5-6 γκόμενες λιποθύμησαν όταν τους έριξα το πολλά υποσχόμενο και αετίσιο βλέμμα μου, ωστόσο δεν είχα καιρό να τις μαζέψω και να τις πάω σε κάποιο νοσοκομείο, άσε που αν σταμάταγα θα είχαμε μετά δράματα και οδυρμούς και δεν τα γουστάρω αυτά.
Με τα πολλά, στο πρώτο βενζινάδικο που συνάντησα, έπαθα σοκ αντικρίζοντας την τιμή της βενζίνης. 1,59 το λίτρο!!!!???? Η έκπληξή μου οφείλεται στο γεγονός ότι δεν βγαίνω συχνά για να βάλω βενζίνη και δεν ξέρω τις τιμές, καθώς τέτοιες δουλειές τις έχει αναλάβει ο μπάτλερ. Τσαντίστηκα άσχημα και σκέφτηκα ότι εγώ σε αυτόν τον πούστη δεν βάζω ούτε στάλα. Για να μη παρεξηγηθώ, τα λεφτά δεν τα έχω ανάγκη. Λεφτά έχω με τη σέσουλα. Πολλά λεφτά λέμε. Πονάει όμως η ψυχή μου με την ακρίβεια που υπάρχει, γιατί στεναχωριέμαι για τις δυσκολίες που αντιμετωπίζετε εσείς οι φτωχοί. Κατανικώντας την τσαντίλα μου, πάτησα γρήγορα γκάζι, γιατί λίγο ακόμα και θα έμπαινα μέσα να τα ισοπεδώσω όλα. Σε λιγότερο από 2 δευτερόλεπτα πήγαινα με 280 χλμ/ώρα και τσέκαρα με την άκρη του ματιού τις τιμές στα βενζινάδικα που περνούσα. 1,61 εδώ, 1,63 παρακάτω, 1,61 ξανά, 1,69 στο επόμενο….1,69?????? Εκεί δεν άντεξα. Τα φρένα σφύριξαν και η άσφαλτος δίπλωσε κάτω από τις ρόδες μου, προσπαθώντας με δυσκολία να ικανοποιήσει ταυτόχρονα 2 από τους παγκόσμιους φυσικούς νόμους: την αρχή διατήρησης της ορμής και το θέλημά μου. Μπαίνοντας με τις πάντες στο βενζινάδικο, σταμάτησα μπροστά στο πρώτο μηχάνημα άντλησης. Βγαίνοντας από τη Ferrari αμίλητος, έριξα ένα δολοφονικό νεύμα στον πακιστανό υπάλληλο κάνοντας τον να καταλάβει ότι θέλω να γεμίσει το ντεπόζιτο στα γρήγορα, να καθαρίσει τα τζάμια, να τσεκάρει τα λάστιχα, να αλλάξει λάδια, να τσεκάρει τα μπουζί και να μου πει που είναι το αφεντικό του.
-Ο κυρ Γιούργους έκει πάει στο τουαλέτα, αλλά τα γκυρίσει σε λίγου. Απάντησε τρομοκρατημένος ο υπάλληλος.
Απέσυρα το βλέμμα για να μη κατουρηθεί πάνω του και βάδισα ατρόμητος προς το γραφείου του ληστή-βενζινά. Μπαίνοντας μέσα αντίκρισα έναν αρκετά ηλικιωμένο κύριο, αξύριστο, με το μισό πουκάμισο μέσα από το παντελόνι και το μισό έξω. Κάπνιζε τσιγάρο και μόλις μπήκα με κοίταξε με βαρεμάρα και έμοιαζε κάπως έτσι:

-Καλημέρα, ξέρετε που είναι ο Γιώργος που έχει το πρατήριο; ρώτησα ευγενικά.
-Εγώ είμαι. Τι θες; απάντησε με ύφος γεμάτο αγένεια και υπεροψία.
Φούντωσα. Ένα πράγμα που σιχαίνομαι στο κόσμο είναι η αγένεια. Από μικρός έμαθα ότι τον σεβασμό τον κερδίζει κανείς. Δεν χαρίζεται. Ίσα-ίσα χάνεται αμέσως, απέναντι σε ανθρώπους που δεν έχουν τρόπους. Ταυτόχρονα προβληματίστηκα. Ήξερα ότι το δολοφονικό μου βλέμμα δεν πιάνει σε γέρους. Οι ηλικιωμένοι, ειδικά οι αγενείς, δεν φοβούνται τίποτα και κανέναν. Έχουν την (λανθασμένη) άποψη, ότι όλοι πρέπει να τους σέβονται, επειδή είναι χούφταλα. Ταυτόχρονα, νομίζουν (επίσης λανθασμένα) ότι μπορούν να τη γλιτώσουν από σχεδόν οτιδήποτε κάνουν ή λένε και βασίζονται στο σεβασμό των άλλων για να το πετύχουν. Αυτό που δεν ξέρουν οι απόγονοι του Mumm-Ra, του παντοτινού, είναι ότι ο Alza δε μάσησε ποτέ από τέτοια.
-Θέλω να μου πεις, γιατί όταν οι άλλοι βενζινάδες, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που προμηθεύουν την ίδια βενζίνη με σένα, έχουν τιμές απο 1,59 με 1,64, ενώ εσύ την έχεις 1,69. Απάντησα αυστηρά πλέον, ελπίζοντας ότι θα τρομάξει και θα απολογηθεί καθώς και ότι θα διορθώσει αυτή την αδικία.
-Έχω έξοδα. Άμα δε σ' αρέσει μη βάζεις. Μου απάντησε με το ίδιο αγενές ύφος και μου γύρισε τη πλάτη, μουρμουρίζοντας κάτι που ακούστηκε σαν να με βρίζει από μέσα του.
Σκέφτηκα να του σπάσω τα κόκκαλα επιτόπου, αλλά συγκρατήθηκα γιατί έχω έναν κανόνα. Πρώτα λογική και μετά ξύλο.
-Θα φύγω και θα έρθω αύριο πάλι. Αν μέχρι τότε η τιμή της βενζίνης δεν είναι στα φυσιολογικά πλαίσια, θα σε βάλω πίσω στο τάφο από όπου ξεφύτρωσες, ζοφερό μίασμα του κάτω κόσμου!
Έφυγα πριν προλάβει να αντιμιλήσει. Φτάνοντας στον πακιστανό έριξα άλλο ένα από τα όλο νόημα βλέμματά μου και αυτός έφυγε για να φέρει ρέστα από το 500ευρω που θα του έδινα. Μπήκα μέσα στο αυτοκίνητο και περίμενα και μετά από 1 λεπτό είδα τον υπάλληλο, ακολουθούμενο από τον υπερήλικα, ο οποίος ερχόταν προς το μέρος μου.
-Άκουσε να δεις, είπε τελικά όταν έφτασε, εμένα μην με απειλείς. Στο δικό μου βενζινάδικο κάνω εγώ κουμάντο κατάλαβες; Εκείνη την στιγμή συνειδητοποίησα ότι κρατούσε ακόμα το τσιγάρο αναμμένο δίπλα στις αντλίες βενζίνης.
-Συνειδητοποιείς ότι είσαι με αναμμένο τσιγάρο δίπλα στη βενζίνη; Εσύ μπορεί να είσαι έτοιμος να κοιμηθείς τον αιώνιο ύπνο, αλλά υπάρχει κόσμος εδώ. Δεν σκέφτεσαι κανέναν; Δεν σέβεσαι τίποτα;
-Στο βενζινάδικό μου καπνίζω όπου, και όποτε γουστάρω. Δε θα μας πεις από εσύ. Άκου εκεί.
Και ρουφώντας την τελευταία τζούρα έριξε τριτσικόνι στο τσιγάρο στέλνοντας το να χτυπήσει στο καπό της Ferrari μου!!! Το τσιγάρο έκανε γκελ στο καπό και τινάχθηκε ψηλά πάλι, με τροχιά τέτοια, που θα έπεφτε σε ένα μικρό λάκκο με εύφλεκτο υλικό. Οι αισθήσεις βάρεσαν κόκκινο. Από τη μία έπρεπε να ξεπλύνω την προσβόλα που έγινε σε βάρος της αμαξάρας μου, από την άλλη, είχαν μαζευτεί και 3-4 αμάξια και 2 από αυτά είχαν παιδιά. Υπήρχε κίνδυνος και έπρεπε να αντιδράσω άμεσα. Με μια αέρινη κίνηση βγήκα από την ηλιοροφή της Ferrari –αφού δεν προλάβαινα να ανοίξω την πόρτα- και με μια επιδέξια, στριφογυριστή κωλοτούμπα, που έκανα με κίνδυνο της ζωής μου, βρέθηκα ακριβώς πίσω από το τσιγάρο τη στιγμή που η καύτρα ήταν 5 εκατοστά πάνω από τη χυμένη βενζίνη. Δεν το έφτανα όμως με τα χέρια και δεν προλάβαινα να κινηθώ παραπάνω. Στόχευσα προσεκτικά και έφτυσα μια χλέπα η οποία, αφενός πέτυχε και έσβησε την καύτρα του τσιγάρου, και αφετέρου εξοστράκισε το τσιγάρο μακριά. Η κρίση τελείωσε πριν καν αρχίσει. Ήρθε η σειρά της προσβόλας. Με συνοπτικές διαδικασίες και για να μη σας κουράσω με λεπτομέρειες, έκανα τον πακιστανό (Γιουσουρ τον λένε τελικά) ιδιοκτήτη του βενζινάδικου, και τον παππού υπάλληλο μέχρι νεοτέρας.
Μπήκα πάλι στην Ferrari και ξεκίνησα αργά-αργά προς το super. Κόσμος με κοίταζε με θαυμασμό καθώς πέρναγα και 6-7 γκόμενες λιποθύμησαν στο διάβα μου.
Μπαίνω super και παίρνω 1 γάλα, ένα καφέ, ένα αγγουράκι, ένα σαμπουάν, 70 κούτες προφυλακτικά και 20 κιλά κωλόχαρτο! Εννοείται ότι τα προφυλακτικά και το χαρτί υγείας κανόνισα να τα πάρουν υπάλληλοι του super και να τα πάνε σπίτι και να πληρωθούν εκεί. Κατέληξα λοιπόν στο καλάθι μου να έχω 4 πράγματα. Καφέ, γάλα, σαμπουάν και αγγουράκι. Τα ταμεία ήταν σχετικά άδεια και πήγα και στάθηκα πίσω από ένα τύπο που είχε ένα καλάθι με καμιά 15αριά προϊόντα. Από πίσω μου ήρθε άλλος ένας τύπος με ένα γεμάτο καλάθι. Περίμενα να τελειώσει ο μπροστινός και τότε χτύπησε η Αlzo-αίσθησή μου, που εντόπισε ύποπτη κίνηση στα δεξιά μου. Γύρισα και πάγωσα με το πλάσμα του σκότους που πήρε υλική μορφή μπροστά μου:
Ήξερα ότι η παρουσία τέτοιων μορφών, αρχαίων όσο η ακρόπολη, μόνο κακό μπορεί να προμηνύει.
-Συγνώμη παλληκάρι μου να περάσω μπροστά; έχω μόνο 1 πραγματάκι. Ρώτησε με ύποπτο γεμάτο πονηριά βλέμμα.
Κοίταξα την ουρά που είναι για πελάτες με 1-3 αντικείμενα και είχε 5 πελάτες και η παλιόγρια δεν μπορούσε να περιμένει 3 λεπτά. Είχε ήδη περάσει τον από πίσω μου και τώρα προσπαθούσε να πηδήξει και εμένα. Με παγαποντιά και με τα ξόρκια που διαθέτουν οι μάγισσες αυτές, προσπαθούν πάντα να ξεγελάσουν τον κόσμο και να μπουν μπροστά στις ουρές, αδιαφορώντας τη σειρά και για το αν κάποιος έχει δουλειά και βιάζεται ή όχι. Και είναι ειρωνεία, γιατί το μόνο που έχει αυτή να κάνει στη ζωή της, είναι να γυρίσει σπίτι, και να ψάξει για τα υπόλοιπα χαμένα δόντια της.
-Καλά και εγώ έχω 4 πραματάκια δεν θα κάνω πολύ. Απάντησα με συγκρατημένη κατανόηση.
Το βλέμμα της πρόδωσε την κακία που φούντωνε μέσα της.
-Δεν θα αφήσεις μια ανάπηρη γριούλα να περάσει; Δεν μπορώ να στέκομαι άλλο όρθια. Είπε σε υψηλότερη ένταση με σκοπό να ακουστεί και το γητευτικό ξόρκι της να μαγέψει το πλήθος γύρω μας.
-Ναι πετάχτηκε ένας κοστουμάτος δήθεν ευγενικός τύπος, Άφησε την κυριούλα να περάσει.
-Είσαι μαλάκας; άσε τη γιαγιά να περάσει, πετάχτηκε ένας γύφτος πίσω από ένα ράφι. Σεβασμός πουθενά!
-Καλά δεν ντρέπεσαι να αρνείσαι τη σειρά σου σε μια ηλικιωμένη; Τι θα πάθεις; Είπε μια καργιόλα από το διπλανό ταμείο.
-Κανένας δεν μας υπολογίζει πια ακούστηκε μια φωνή πίσω μου και γυρνώντας τρόμος με κυρίευσε, όταν είδα 3 μαυροντυμένες γιαγιάδες-νίντζα που προφανώς είχε επικαλεστεί η πρώτη και τώρα με περικύκλωναν. Η θέση μου ήταν δύσκολη. Να τα βάλεις με μια γιαγιά –νίντζα είναι δύσκολο από μόνο του, αλλά 4; Σχεδόν αδύνατο. Θα μάγευαν τον κόσμο γύρω μου και τότε θα αναγκαζόμουνα να τους καταστρέψω όλους. Μελέτησα στρατηγικά το χώρο καθώς επεξεργαζόμουνα 8 εκατομμύρια σχέδια το millisecond. Έπρεπε να δράσω αστραπιαία για να γλιτώσω. Ένα σχέδιο υλοποιήθηκε στο μυαλό μου. Άρχισα να στρέφω έτσι το σώμα μου, ώστε να έχω και τις 4 μούμιες μπροστά μου. Τότε ξαφνικά πιάνω το πουκάμισο μου και με μια αστραπιαία κίνηση το ανοίγω παρουσιάζοντας το γυμνό αντρίκιο, γεμάτο μούσκουλα στέρνο μου, στις αντιπάλους μου. Ακαριαία, διαδοχικά εγκεφαλικά επεισόδια τις ακινητοποίησαν αρχικά και κατόπιν τις έριξαν στο έδαφος. Ήταν απλό. Αυτές είχαν να δουν γυμνό άντρα από τον διαχωρισμό της πανγαίας και ήταν σχεδόν σίγουρο ότι με τη κορμοστασιά μου θα τις αφόπλιζα ακαριαία.
Ευτυχώς με το που εξουδετερώθηκαν έσπασαν τα μάγια και ο κόσμος επέστρεψε σε αυτό που έκανε. Έφτασα στο ταμείο και έδωσα τα πράγματα. Στην υπάλληλο.
-20 Ευρώ μου είπε. Χτυπώντας το αγγουράκι τελευταίο στη μηχανή. Σαν να ήθελε να υπονοήσει κάτι.
Ξαφνιάστηκα για άλλη μια φορά καθώς συνειδητοποίησα ότι η ακρίβεια έχει ξεπεράσει κάθε προηγούμενο.
-Καλά τι ακρίβεια είναι αυτή; 20 ευρώ για 4 πράγματα; Αν ήθελα το αγγουράκι στον κώλο μου, ήξερα να το βάλω και μόνος μου, ευχαριστώ, δεν χρειάζεται να μας γαμήσετε εσείς.
Αποφάσισα να μη δώσω συνέχεια όμως και έριξα ένα από τα δολοφονικά βλέμματά μου στην ταμία εξηγώντας της ότι θέλω τα ρέστα μου όμως για να φύγω. Και έτσι έγινε.
Έφυγα προβληματισμένος. Τα γεγονότα της ημέρας με είχαν βάλει σε σκέψεις. Στο δρόμο προς την βίλλα μου λιποθύμησαν 9-10 γκόμενες, αλλά δεν έδινα σημασία. Είχαν αρχίσει οι υπερήλικες να αποτελούν απειλή για τον κόσμο; Και η ακρίβεια; Να μοιράσω τα άπειρα λεφτά μου στο κόσμο; Φοβάμαι ότι χωρίς την δική μου τεράστια σοφία, είναι ανίκανος να τα διαχειριστεί. Είμαι όμως κουρασμένος από τους προβληματισμούς. Προς το παρόν πάω να ανοίξω τις κούτες που θα έχουν φτάσει σπίτι και να βοηθήσω καμιά λιπόθυμη κορασίδα…Θα το σκεφτώ όμως και θα επανέλθω…