Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ιστορίες θάρρους. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ιστορίες θάρρους. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 21 Μαρτίου 2011

ALZA WARS - Public Service Strikes Back!

Χθες έζησα μια μέρα γεμάτη ένταση και περιπέτεια. Θα προσπαθήσω να σας μεταφέρω τις εμπειρίες μου, για άλλη μια φορά με απόλυτη ειλικρίνεια και ρεαλισμό. Μαζί ήρθε και ο Gabriel αυτή τη φορά, ο οποίος μπορεί να επιβεβαιώσει όλες μας τις εμπειρίες, για να μην έχουμε πάλι αμφισβητίες όπως στη προηγούμενη υπόθεση.
Ήταν ημέρα συννεφιασμένη και σκοτεινή. Η υγρασία που είχε η ατμόσφαιρα είχε δημιουργήσει ένα παχύ και αδιαπέραστο πούσι. Το “πούσι” στο δωμάτιο μου από την άλλη, ήταν λεπτό και καλλίγραμμο. Η ξανθιά γαλανομάτα, που τώρα ήταν λιπόθυμη στο κρεβάτι μου, μετά από 7 ώρες αχαλίνωτο σεξ, είχε αρχίσει να αναπνέει κανονικά ξανά. Χαμογέλασα και γύρισα το βλέμμα μου πάλι στο παράθυρο. Ήθελα να κοιτάξω απέναντι την ακρόπολη, αλλά η ομίχλη καθιστούσε κάτι τέτοιο αδύνατο. Έριξα ένα δολοφονικό βλέμμα στο πούσι και αυτό διαλύθηκε αμέσως. Πάντα μου άρεσε να βλέπω την ακρόπολη πριν ξεκινήσω τη μέρα μου. Ντύθηκα και ετοιμάστηκα να φωνάξω τον μπάτλερ για να μας φέρει πρωινό, όταν είδα μήνυμα από τον Gabriel. Έλεγε ότι θα έρθει μαζί μου στην επόμενη βόλτα μου, αλλά ότι ήθελε Lamborgini αντί για Ferrari. No problem σκέφτηκα αν και θα έπρεπε να παραγγείλω μια. Σήκωσα το τηλέφωνο και πήρα Ιταλία:
«Buongiorno. Voglio ordinare una Lamborgini
« Avremo bisogno di un nome, per il tuo ordine»
«Alza…»
«MAMA MIA!!!! Dire di no signore di più! È sulla sua strada
«Grazie
Έστειλα μήνυμα στον Gabriel να με συναντήσει στο Σύνταγμα σε κάνα μισάωρο. Αφού άφησα ένα γράμμα στη γκόμενα να μη με περιμένει, και να προχωρήσει στη ζωή της, και δίνοντας οδηγίες στο μπάτλερ για την άμεση απομάκρυνσή της από τη βίλλα, πήρα το ασανσέρ και κατέβηκα ισόγειο, για να βρω την Lamborgini να με περιμένει μπροστά στην εξώπορτα. Μπήκα μέσα και ξεκίνησα προς το Σύνταγμα. Στο δρόμο, κόσμος κοίταζε με δέος καθώς περνούσα και 5-6 γκόμενες λιποθύμησαν, με μια ματιά μου μόνο. Φτάνοντας, άραξα έξω από τα everest και περίμενα. Δυο λεπτά αργότερα ανοίγει η πόρτα και ένας τύπος με την απορία, αλλά και τον θαυμασμό ζωγραφισμένο στο πρόσωπό του, με ρώτησε : «είσαι ο Alza;». «Είμαι! Και εσύ πρέπει να είσαι ο Gabriel. Μπες μέσα και βάλε ζώνη». Μπήκε με το χαμόγελο στα χείλη. Εγώ δεν χαμογέλασα για να του κόψω τον αέρα από την αρχή, στην περίπτωση που ήταν καμία λούγκρα και ήθελε να μου τη πέσει. Ξεκινήσαμε όμως με καλή διάθεση τη βόλτα μας. Πού να ξέραμε τότε τι μας επιφύλασσε η μοίρα… Η μέρα μας ομολογώ ήταν μια περιπέτεια, ακόμα και για μένα. Ήταν μια περιπλάνηση σε δρόμους που δεν είχα σκεφτεί να πάρω. Εγώ επαναστάτης; Εγώ ηγέτης του έθνους; Ο Gabriel πιστός κονιόρδος; Αλλά ας μην προτρέχω και ας τα πάρω με τη σειρά.
Αφού είπαμε τα βασικά, καταλάβαμε και οι δύο, ότι η ζωή του ήταν βαρετή και άδεια σε σχέση με τη δική μου για αυτό και δεν θα την περιγράψω εδώ, ούτε και λεπτομέρειες για τον ίδιο, όπως ζήτησε, και θα σεβασθώ την επιθυμία του. Πρώτη μας στάση ήταν το υπουργείο μεταφορών, καθώς έπρεπε να προμηθευτώ πινακίδες για το νέο αμάξι, μιας που μόλις είχε φτάσει.
Μπαίνοντας στο υπουργείο διαπίστωσα ότι δεν είχε πολύ κόσμο και θα μπορούσαμε να εξυπηρετηθούμε γρήγορα για να συνεχίσουμε τη τσάρκα μας. Φτάνοντας στον κισσέ για έκδοση πινακίδων, βρεθήκαμε μπροστά σε μια 50άρα κυρία η οποία μιλούσε στο κινητό της, και η οποία δεν μας πρόσεξε καθόλου. Περιμένοντας 1 λεπτό να τελειώσει, έριξα μια γρήγορη ματιά στο χώρο και παρατήρησα ότι οι εργαζόμενοι ήταν σε κατάσταση αποσύνθεσης. Καφέδες παντού, μερικοί διάβαζαν εφημερίδες, άλλοι έπαιζαν πασιέντζες στον υπολογιστή, κάποιες κοπέλες βάφανε τα νύχια τους, και γενικά επικρατούσε πολύ χαλαρό κλίμα.
«Ναι άσε είμαι πολύ αγχωμένη και στεναχωρημένη, αφού σου λέω ο Κώστας της είπε ότι την αγαπάει. Ναι! Γι αυτό κιόλας ο Μάκης σκέφτεται να αυτοκτονήσει ή να κάνει κάτι ακόμα χειρότερο. Δεν ξέρω τι θα γίνει και φοβάμαι…» ακούστηκε η κυρία που μίλαγε, με την αγωνία ζωγραφισμένη στο πρόσωπό της.
Το αίσθημα ιπποτισμού και αντρειοσύνης μου με ανάγκασε να επέμβω.
«Συγνώμη μαντάμ. Αν κινδυνεύει κάποιος θα ήθελα να βοηθήσω.»
«Περίμενε Κούλα. Ορίστε;» είπε κοιτάζοντάς με απορία εμένα και τον Gabriel.
«Άκουσα ότι κάποιος κινδυνεύει. Θέλω και μπορώ να βοηθήσω. Απλά πείτε μου που είναι ο Μάκης αυτός, να του μιλήσω.»
«Μα τι λέτε; …για μια τηλεοπτική σειρά μιλάμε…. ‘Τα μυστικά, της ζωής, της άλλης’ » είπε με αδιαφορία και γύρισε στο κινητό της.
Έμεινα για λίγο σκεφτικός και γύρισα προς τον Gabriel.
«Ρε μας κοροϊδεύει η καργιόλα; Μιλάει για σαπουνόπερες αντί να μας εξυπηρετήσει;»
«Καλά ρε Alza τι περιμένεις; Δημόσιο. Εδώ ξύνονται από το πρωί έως το μεσημέρι και δεν σέβονται καθόλου και τους πελάτες τους.»
«Ήξερα ότι είναι άσχημα τα πράγματα αλλά όχι τόσο. Θα επιβάλω την τάξη!»
«Μαντάμ!! Θέλω να βγάλω πινακίδες. Παρακαλώ, κλείστε το κινητό τώρα και βοηθήστε μας λίγο.»
«Μα δεν μπορείτε να δείτε ότι είμαι απασχολημένη; Τέλος πάντων. Συμπληρώστε αυτή την αίτηση και πάρτε υπογραφή από τον 1ο όροφο, πρωτοκολλήστε την στο 2ο, πάρτε σφραγίδα από τον 3ο, ελάτε εδώ για έγκριση και μετά θα παραλάβετε τις πινακίδες σας από τον 4ο
Στον 1ο όροφο άρχισαν τα νεύρα.
«Δεν μπορούμε να σας υπογράψουμε αυτή τη στιγμή, ελάτε αύριο.»
«Δεν καταλαβαίνω, γιατί δεν μπορείτε να υπογράψετε;»
«Βασικά έχουν τελειώσει τα στυλό, αλλά κανείς δεν πάει στην αποθήκη να φέρει»
«Και γιατί δεν πάει κανείς; Δεν χρειάζεστε στυλό για τη δουλειά σας;»
«Χρειαζόμαστε, αλλά δεν είναι ευθύνη μας να ασχολούμαστε με προμήθειες γραφικής ύλης, και περιμένουμε την υπεύθυνο του τμήματος να το κανονίσει με τη γραμματεία.»
«Αστειεύεστε φυσικά». Είπα και το μάτι μου γυάλισε, «Για να μην υπογράψετε την αίτηση με το ΑΙΜΑ ΣΑΣ, τσακιστείτε ΤΩΡΑ και φέρτε στυλό.»
«Μα…..»
«Μαμούνια! Στυλό ΤΩΡΑ» και το δολοφονικό βλέμμα κάρφωσε τον υπάλληλο, ο οποίος ευθύς αμέσως λέρωσε το παντελόνι του.
«Alza… Έχω εγώ στυλό. Μη χαλάσουμε τη μέρα μας για τους μαλάκες.» μπήκε στη μέση ο Gabriel.
Υπέγραψαν και φύγαμε για τον 2ο. Εκεί τα πράγματα δεν έγιναν καλύτερα.
Ο υπάλληλος βαριόταν που ζούσε προφανώς:
«Για να σας πρωτοκολλήσουμε την αίτηση, πρέπει να πληρώσετε το αντίτιμο των 50 ευρώ για το παράβολο και να μας φέρετε την απόδειξη. Το ταμείο είναι στο ισόγειο. Ευχαριστώ.» και έκανε να κλείσει το παραθυράκι του κισσέ, αλλά το χέρι μου ήταν εκεί να σταματήσει τη πορεία.
«Πρώτον, γιατί να πληρώσω για μια σφραγίδα; δεύτερον γιατί δεν μου το πάτε από την αρχή, για να μη τρέχω; και τρίτον αν δεν μου αρέσουν οι απαντήσεις θα αρχίσει ο τελεμές.»
«Μα κύριε η πρωτοκόλληση κοστίζει ώρα για τον εργαζόμενο και πρέπει να χρεωθεί. Επίσης η διαδικασία έχει αλλάξει. Ίσως βέβαια να μην έχει ενημερωθεί σωστά το προσωπικό στο 1ο όροφο.»
«Και πότε έγινε η αλλαγή στη διαδικασία;»
«Πριν 2 χρόνια….»
«Δηλαδή, 2 χρόνια τώρα, κάνετε τον κόσμο να ανεβοκατεβαίνει, επειδή είσαστε τόσο τεμπέληδες και άχρηστοι, που ούτε μια ενημέρωση στο ίδιο σας το κτήριο δεν μπορείτε να επιτύχετε; Και θέλετε να κάνετε και απεργίες υπέρ των δικαιωμάτων σας ρε ΑΛΗΤΕΣ; Είστε η ντροπή των δημόσιων και παίρνετε και τους αξιόλογους στο λαιμό σας. Τόσα χρόνια ρεμάλια σαν εσάς, μπαίνουν και μολύνουν τον δημόσιο τομέα. Άτομα που βρίσκονται εδώ, μόνο και μόνο γιατί η μάνα τους έκανε ΤΣΙΜΠΟΥΚΙΑ στον εκάστοτε πολιτικό. Άτομα σαν και εσάς, που προωθούν την αδικία και την αναξιοκρατία, που εκκολάπτουν ληστές και απατεώνες και που τελικά απομυζούν το αίμα της χώρας. ΗΡΘΕ Η ΩΡΑ ΝΑ ΣΤΑΜΑΤΗΣΕΙ ΑΥΤΗ Η ΚΩΜΩΔΙΑ!!!»
Κεραυνοί και βροντές ακούστηκαν απ’ έξω καθώς η φύση, συμφωνούσε μαζί μου και ήταν εκεί για να μου συμπαρασταθεί.
«ΠΟΙΟΣ ΝΟΜΙΖΕΙΣ ΟΤΙ ΕΙΣΑΙ ΡΕ ΑΡΧΙΔΑ;» είπε ένα νταμάρι που πετάχτηκε από το δωμάτιο του υπευθύνου (ο αρχιξύστης).
«Εδώ κάνουμε κουμάντο εμείς και θα κάνουμε για πάντα. Το ρουσφέτι πάντα θα υπάρχει και εμείς θα είμαστε πάντα εδώ να το διατηρούμε. Και τώρα θα σε πετάξουμε έξω, γιατί μας τα ‘πρηξες. Ηρακλή, Τάσο, Μήτσο, Βάγγο, Αντώνη, Γιώργο, Φώτη και Λίτσα, ελάτε να του μάθουμε τρόπους» Είπε και κινήθηκε αργά προς τα μένα.
«Αφεντικό θα πάρουμε επίδομα αν τον δείρουμε;» Πετάχτηκε ένα από τα νταμάρια.
«Εννοείται!!! Και bonus και αύξηση και 3 μέρες άδεια!» απάντησε ο ξετσίπωτος.
«ΤΑ ΤΡΙΑ ΜΟΥ ΘΑ ΠΑΡΕΤΕ!!!!» απάντησα ευφυέστατα.
Οι 7 άντρες που σηκώθηκαν και άρχισαν να έρχονται προς το μέρος μου, ήταν όλοι γεροδεμένοι ή θεόχοντροι, αυτό όμως που πραγματικά με φόβισε, ήταν η ΛΙΤΣΑ. Η Λίτσα ήταν μια τεράστια, αηδιαστική μπάλα λίπους με φάτσα χειρότερη από goblin που έχει τρακάρει με αεροπλανοφόρο και έχει κάνει αποτυχημένη πλαστική. Η ματιά της ήταν αρκετή για να σε ακινητοποιήσει. Κατάφερα και τράβηξα το βλέμμα εγκαίρως, όμως γυρνώντας προς τον Gabriel, είδα ότι είχε γίνει πέτρα όταν την κοίταξε. Έριξα ένα πανίσχυρο βλέμμα στον Gabriel και συνήλθε.
«Θα είσαι δίπλα μου στην επικείμενη μάχη;» τον ρώτησα ταρακουνώντας τον από τους ώμους. Κρύος ιδρώτας έτρεχε από το μέτωπο του και είμαι σίγουρος ότι του φύγε και μια πορδίτσα, γιατί κάτι μύρισα, αλλά στο τέλος είπε:
«Ήρθα για την περιπέτεια, και δεν θα σε εγκαταλείψω τώρα!»
Πλάτη με πλάτη στηθήκαμε ενώ οι 8 αντίπαλοί μας, μας περικύκλωναν απειλητικά. Με το ένα χέρι μπροστά από τα μάτια, για να μη βλέπω τη σκατόφατσα της χοντροφακλάνας και ξεράσω, είχα το άλλο εκτεταμένο σε αμυντική στάση Jiouitsou-Pitsou-Mitsou. Δεν ανησυχούσα τόσο για μένα, όσο για τον Gabriel τον οποίο είχα υπό την προστασία μου και τον οποίον ένιωθα τώρα να τρέμει. Έπρεπε να κινηθώ γρήγορα και αποφασιστικά. Ο πρώτος δημόσιος που με πλησίασε, προσπάθησε να μου ρίξει μπουνιά στη μούρη, αλλά τον πρόλαβα και έριξα κουτουλιά πρώτος στη μπουνιά του. Τα κόκκαλα του χεριού έγιναν θρύψαλα από την σύγκρουση και κατόπιν του κατάφερα ένα χτύπημα από ψηλά, χτυπώντας το κεφάλι του με τέτοια δύναμη, που ο εγκέφαλος του βγήκε από το κώλο του. Είχα χάσει όμως πολύτιμα δευτερόλεπτα. Δυο άλλα γουρούνια είχαν αρπάξει τον Gabriel από το λαιμό ο ένας, και από τα αρχίδια ο άλλος. Αλληθώρισα στη προσπάθεια να στείλω δυο δολοφονικά βλέμματα ταυτόχρονα αλλά το κατάφερα, και οι αντίπαλοι του Gabriel ακινητοποιήθηκαν προς το παρόν. Τότε ο Gabriel βρήκε την ευκαιρία και ελευθερώθηκε, άρπαξε μια καρέκλα και άρχισε να κοπανάει με μανία τον πρώτο από τους δυο. Εκείνη τη στιγμή ένιωσα την παρουσία του υπέρτατου κακού, πολύ κοντά μου. Φαντάστηκα ότι η Λίτσα ετοιμαζόταν για την επίθεσή της. Κλείνοντας τα μάτια γύρισα απότομα και έσκασα ένα εκτυφλωτικό χαμόγελο. Τα τέλεια δόντια μου καθρέφτισαν την απόκοσμη βρωμερή της μάπα και πάγωσε και η ίδια από την ασχήμια της. Εκμεταλλευόμενος την αδυναμία της, όρμησα μπροστά και προσπάθησα να πιάσω το κεφάλι της. Δυστυχώς επειδή είχα κλειστά μάτια, έπιασα διάφορα μαλακά και ζελεδιάρικα κομμάτια πριν φτάσω σε κάτι που έμοιαζε με λαιμό ταύρου. Τον γύρισα απότομα και τον έσπασα. Κατόπιν γύρισα το κεφάλι της προς το μέρος των άλλων νταμαριών και χρησιμοποίησα το δικό τους όπλο εναντίων τους. Ένας-ένας οι δημόσιοι έπεφταν θύματα της σιχαμερής Λίτσας της καργιολίτσας. Όταν και ο τελευταίος ήταν κάτω γύρισα προς τον Gabriel ο οποίος κοπανούσε ακόμα τον εχθρό του με τη καρέκλα.
«Είμαστε οκ Gabriel μπορείς να σταματήσεις τώρα.» του είπα, όσο πιο ήρεμα μπορώ για να τον ηρεμήσω. Κατόπιν γύρισα στον υπάλληλο που είχα μιλήσει στην αρχή και του είπα:
«Τώρα μήπως να μου φέρνατε τις πινακίδες που χρειάζομαι…;»
«Μάλιστα…» είπε ψελλίζοντας και έτρεξε πανικόβλητος πάνω, για να κατέβει μετά από 2 λεπτά με 100 πινακίδες στα χέρια.
«Παρακαλώ διαλέξτε όποιο ζευγάρι θέλετε, ή πάρτε τες όλες. Ορίστε και η άδεια κυκλοφορία σας και οτιδήποτε χρειαστείτε είμαστε εμείς εδώ.» είπε με τρεμάμενη φωνή και σκυφτό το κεφάλι.
«Ωραία…ευχαριστώ…ελπίζω να είσαστε το ίδιο εξυπηρετικοί και στο μέλλον με τους υπόλοιπους πελάτες σας…αλλιώς μπορεί να χρειαστώ και κάτι άλλο…..» είπα με νόημα, και γνέφοντας στον Gabriel φύγαμε.
Στο δρόμο μείναμε για λίγο σιωπηλοί και έτσι άνοιξα το ράδιο. Ο εκφωνητής έλεγε τα νέα για το πώς μετά την επίσκεψη κάποιου ‘Alza’ και ενός ‘Gabilel’ στο υπουργείο, οι εργαζόμενοι εκεί άρχισαν να δουλεύουν σε φρενήρης ρυθμούς. Ήδη είχε μαζευτεί κόσμος ο οποίος επευφημούσε και ζητούσε τον άγνωστο ήρωα να περάσει και από τις υπόλοιπες δημόσιες υπηρεσίες. Ο Gabriel συνοφρυώθηκε. «‘GABRIEL’ ρε μαλάκες, τι ‘Gabilel’;;; Εμείς το κάναμε αυτό εε; Καλή φάση. Τελικά είσαι υπερβολικά γαμάτος τύπος ρε Alza. Κανόνισες και τα 7 άτομα μόνος σου ενώ εγώ δυσκολεύτηκα στον ένα.»
«Εντάξει κοίτα, είναι λογικό να την πέφτουν όλοι σε μένα γιατί είμαι ο καλύτερος, αλλά και εσύ δεν τα πήγες άσχημα. Ας τα αφήσουμε αυτά όμως και ας απολαύσουμε τη βόλτα επιτέλους. Να βγάλουμε λες την Lamborgini στην εθνική να το πατήσουμε;»
«Μέσα με ΧΙΛΙΑ!»
Βγήκαμε εθνική με το νέο cd των Blind Guardian να παίζει στο FULL και 10 λεπτά αργότερα οδηγούσαμε στη παραλία της Χαλκίδας. Αναγκάστηκα να κόψω ταχύτητα και να πέσω στα 60 χλμ/ώρα μια που το όριο ήταν 50. Η ατυχία έριξε στο δρόμο μας ένα μπλόκο με έναν πανηλίθιο μπάτσο, ο οποίος θεώρησε ότι έπρεπε να με σταματήσει γιατί ξεπέρασα το όριο. Ατυχία για αυτόν φυσικά…
Αφού σταμάτησα άνοιξα το παράθυρο και περίμενα τον μπάτσο να έρθει κοντά. Οι υπόλοιποι τρείς συνάδελφοι του, έμειναν στο περιπολικό και κάπνιζαν. Όταν έφτασε είπε με το υπεροπτικό ύφος που έχουν πολλοί τραμπούκοι του σιναφιού του.
«Άδεια και δίπλωμα παρακαλώ, και χαμηλώστε και αυτή την ηχορύπανση.»
Δεν ήθελα να δώσω συνέχεια και απλά έδωσα τα χαρτιά μου. Τα κοίταξε χωρίς ουσιαστικά να τα διαβάζει και είπε ειρωνικά:
«Κύριε το ξέρετε ότι έχετε περάσει το όριο ταχύτητας και ότι τρέχατε υπερβολικά;»
«Τι λέτε κύριε τροχονόμε; Πήγαινα με 60, γιατί τόσο πάει στο ρελαντί αυτό το αυτοκίνητο. Για να πάω πιο αργά θα πρέπει να σβήσω τη μηχανή και να σπρώχνω. Επίσης δεν πιστεύω ότι το 60χλμ/ώρα είναι υπερβολική ταχύτητα, ούτε ότι το 50 είναι σοβαρό όριο για τέτοιο δρόμο.»
«Κοιτάτε να δείτε, για εμάς εδώ στη Χαλκίδα, η ασφάλεια είναι το παν. Δεν μπορεί να έρχεστε εσείς οι Αθηναίοι να τρέχετε όσο γουστάρετε. Καταλάβατε;»
Εκείνη τη στιγμή ένα κόκκινο Honda Civic πέρασε δίπλα μας με 400 χλμ/ώρα. Ο μπάτσος γύρισε ξαφνιασμένος και ευθύς τράβηξε τον ασύρματο από τη ζώνη του.
«Μπλόκο 12-3 καλεί κέντρο, όβερ! Λαμβάνεις κέντρο; Οβερ»
«Κέντρο λαμβάνει, όλα καλά Μήτσο;»
«Μαλάκες είδατε το νέο Civic του Κωστή; Γαμάει!! Μόλις πέρασε από δίπλα μου. Πολύ καλά κρατήματα. Μόλις τελειώσω από εδώ θα τον πάρω να πάμε βόλτα. Θα τα πούμε σε λίγο. Όβερ.» Και γύρισε πάλι προς τα μας.
«Λοιπόν τι λέγαμε; Α ναι. Υπερβολική ταχύτητα κύριοι, το πρόστιμο είναι 500 ευρώ και αφαίρεση διπλώματος για 7 μήνες, εκτός αν θέλετε να μου δώσετε 300 τώρα και να το ξεχάσουμε το θέμα…» είπε χαμογελώντας σαν να κάνει πλάκα…
«Συγνώμη, το ιπτάμενο αμάξι που πέρασε, το οδηγεί κάποιος γνωστός σας; Δεν θα τον γράψετε;» Ρώτησα ενώ άρχισα να βουρλίζομαι πάλι.
«Είμαι σίγουρος ότι υπήρχε κάποια σοβαρή ανάγκη, για να πηγαίνει λίγο βιαστικά για αυτό και δεν μπορώ αν επέμβω. Παρακαλώ εσείς να κοιτάτε τη δουλειά σας και να οδηγείτε πιο προσεκτικά.» είπε με θράσος ο τραγελαφικός τύπος.
Εκείνη τη στιγμή στο απέναντι πεζοδρόμιο περνούσε μια γριούλα και δυο νεαροί, οι οποίοι με το που έφτασαν την ηλικιωμένη, της άρπαξαν τη τσάντα, την έριξαν κάτω και άρχισαν να τρέχουν.
«Εκεί ληστεία! Κάντε κάτι». Πετάχτηκε ο Gabriel.
«Σας παρακαλώ, έχουμε δουλειά εδώ σημαντική. Ασφάλεια έχετε;» ρώτησε απαθής, το σκουπίδι. Οι άλλοι μπάτσοι επίσης κοιτούσαν αδιάφορα τη σκηνή, ενώ οι ληστές απομακρυνόντουσαν. Δεν μπορούσα να περιμένω άλλο. Με τρία σάλτα βρέθηκα 3οο μέτρα απέναντι στους νεαρούς ληστές, και με μια φάπα τους ξάπλωσα και τους δυο. Έδωσα την τσάντα στη γριούλα και γύρισα προς τους μπάτσους με την τσαντίλα να διαγράφεται στο πρόσωπό μου. Ο Gabriel κατάλαβε και λούφαξε όσο πιο βαθιά μπορούσε στο κάθισμα.
«Ως πότε άλλοι θα κάνουν τη δουλειά σας; Κάθεστε εδώ και κωλοβαράτε, κοροϊδεύοντας τον κόσμο ότι τηρείτε την τάξη, όταν υπάρχουν άνθρωποι, που πραγματικά χρειάζονται την βοήθειά σας και εσείς αδιαφορείτε! Μαγκιά και κλανιά εκεί που σας παίρνει μόνο είστε, ΛΟΥΓΚΡΕΣ. Ποιος ο λόγος να σας πληρώνουμε ρε, αν το μόνο που κάνετε είναι να στήνετε μπλόκα σαν πουτάνες, με μόνο σκοπό να μας τρώτε τα λεφτά; Προσβάλετε τη στολή που φοράτε. ΖΩΑ!» είπα σχεδόν κόκκινος από θυμό.
Ο πρώτος μπάτσος που συνήλθε από το σοκ, έβγαλε το όπλο του και είπε: «Συλλαμβάνεσαι για αντίσταση κατά της αρχής.» Τον ακολούθησαν και οι υπόλοιποι. Σηκώνοντας τα όπλα τους ψηλά.
«Τολμάτε να σηκώνετε όπλο σε άοπλο πολίτη ρε καθυστερημένοι; Μα είναι δυνατόν να αφήνουν τέτοια ζώα να γίνονται αστυνομικοί; Κατεβάστε τα όπλα σας κάτω πριν χτυπήσετε…» είπα και όταν είδα ότι δεν το κάνουν, τους έριξα ένα δολοφονικό βλέμμα αρκετό για να τους ακινητοποιήσει για μερικά δευτερόλεπτα. Κατόπιν έριξα ένα άλμα και μετά από δυο τριπλά άξελ, τρία τετραπλά λούτς και δυο ανάποδες κωλοτούμπες στον αέρα, προσγειώθηκα (στα δυο πόδια) από πίσω τους. Έτσι όπως ήταν στημένοι σε τριάδα, ήταν πολύ εύκολο για μένα να πιάσω τα κεφάλια τους και να τα κοπανήσω τόσο δυνατά που ουσιαστικά ενώθηκαν και τώρα είναι σιαμαίοι και οι τρεις! Τον τέταρτο που είχε μείνει κοντά στην Lamborgini, τον αποτέλειωσα χρησιμοποιώντας το σήμα ενός άλλου μπάτσου σαν αστεράκι νίντζα. Το πέταξα με ανυπολόγιστη δύναμη και ταχύτητα που τον πέτυχε στο στέρνο και τώρα ο συγκεκριμένος μπάτσος είναι σε τροχιά γύρω από τον Κρόνο. Χαλάρωσα λίγο και κοιτώντας γύρω μου παρατήρησα για πρώτη φορά ότι είχε μαζευτεί κόσμος γύρω από την γριούλα και χειροκροτούσε.
«Μπράβο μεγάλε!», «Δείξτους ότι δεν τους ανεχόμαστε άλλο», «Παιδιά είδα στις ειδήσεις την κάμερα από το υπουργείο, είναι ο Alza!!!», «Είμαστε μαζί σου Alza!», «Αlza, Alza!»,
«οδήγησε τον κόσμο σε επανάσταση Alza!!! Και εγώ θα είμαι δίπλα σου, πιστός για πάντα!» ακούστηκε η φωνή του Gabriel από πίσω μου καθώς με χτυπούσε στον ώμο. «Τελικά λες να είναι λούγκρα;» σκέφτηκα αλλά δε μίλησα…
Χαιρέτησα τον κόσμο διακριτικά και αφού λιποθύμησαν 10-12 γκόμενες, μπήκαμε στο αυτοκίνητο και γυρίσαμε πίσω. Στο δρόμο δεν μπορούσα να μη τα σκέφτομαι. Έπρεπε να αποφασίσω τι θα κάνω. Αν ήθελαν ηγέτη έπρεπε να σκεφτώ πολλά. Αυτοί που είχαμε δε σκαφτόντουσαν ποτέ, για αυτό είχαμε και αυτά τα χάλια. Ήθελα όμως αυτή τη θέση; ήθελα αυτή την ευθύνη; Ήθελα τον Gabriel να με ακολουθεί παντού μια ζωή; Δεν ξέρω. Το μέλλον σίγουρα επιφυλάσσει πολλά και θα το κατευθύνω όπως πρέπει όταν θα έρθει η ώρα….

Παρασκευή 18 Μαρτίου 2011

Ο καλός, ο κακός και η άσχημη

Η περασμένη εβδομάδα ήταν αρκετά επεισοδιακή και σε αυτό το post θα προσπαθήσω να περιγράψω τις περιπέτειες μου, με κάθε λεπτομέρεια και ακρίβεια που μπορώ να θυμηθώ. Κάποια από τα γεγονότα που θα παραθέσω, ίσως σοκάρουν ή προκαλέσουν κάποια δυσπιστία στον αναγνώστη, όμως σας διαβεβαιώνω ότι είναι πέρα για πέρα αληθινά.
Τη Δευτέρα το απόγευμα λοιπόν, χρειάστηκε να πάω στο super market να ψωνίσω. Με αφορμή τα ψώνια, αποφάσισα να πάω με την Ferrari 458 Italia που έχω, καθώς η Porsche Carrera μου, έχει μικρότερο πορτ-μπαγκαζ και δεν θα χώραγε τα ψώνια. Ήταν καλή ευκαιρία επίσης να βάλω και βενζίνη στη Ferrari, μια που είχα να την οδηγήσω καιρό και το ντεπόζιτο ήταν άδειο σχεδόν. Στο δρόμο, πολύς κόσμος με κοίταζε με θαυμασμό και 5-6 γκόμενες λιποθύμησαν όταν τους έριξα το πολλά υποσχόμενο και αετίσιο βλέμμα μου, ωστόσο δεν είχα καιρό να τις μαζέψω και να τις πάω σε κάποιο νοσοκομείο, άσε που αν σταμάταγα θα είχαμε μετά δράματα και οδυρμούς και δεν τα γουστάρω αυτά.
Με τα πολλά, στο πρώτο βενζινάδικο που συνάντησα, έπαθα σοκ αντικρίζοντας την τιμή της βενζίνης. 1,59 το λίτρο!!!!???? Η έκπληξή μου οφείλεται στο γεγονός ότι δεν βγαίνω συχνά για να βάλω βενζίνη και δεν ξέρω τις τιμές, καθώς τέτοιες δουλειές τις έχει αναλάβει ο μπάτλερ. Τσαντίστηκα άσχημα και σκέφτηκα ότι εγώ σε αυτόν τον πούστη δεν βάζω ούτε στάλα. Για να μη παρεξηγηθώ, τα λεφτά δεν τα έχω ανάγκη. Λεφτά έχω με τη σέσουλα. Πολλά λεφτά λέμε. Πονάει όμως η ψυχή μου με την ακρίβεια που υπάρχει, γιατί στεναχωριέμαι για τις δυσκολίες που αντιμετωπίζετε εσείς οι φτωχοί. Κατανικώντας την τσαντίλα μου, πάτησα γρήγορα γκάζι, γιατί λίγο ακόμα και θα έμπαινα μέσα να τα ισοπεδώσω όλα. Σε λιγότερο από 2 δευτερόλεπτα πήγαινα με 280 χλμ/ώρα και τσέκαρα με την άκρη του ματιού τις τιμές στα βενζινάδικα που περνούσα. 1,61 εδώ, 1,63 παρακάτω, 1,61 ξανά, 1,69 στο επόμενο….1,69?????? Εκεί δεν άντεξα. Τα φρένα σφύριξαν και η άσφαλτος δίπλωσε κάτω από τις ρόδες μου, προσπαθώντας με δυσκολία να ικανοποιήσει ταυτόχρονα 2 από τους παγκόσμιους φυσικούς νόμους: την αρχή διατήρησης της ορμής και το θέλημά μου. Μπαίνοντας με τις πάντες στο βενζινάδικο, σταμάτησα μπροστά στο πρώτο μηχάνημα άντλησης. Βγαίνοντας από τη Ferrari αμίλητος, έριξα ένα δολοφονικό νεύμα στον πακιστανό υπάλληλο κάνοντας τον να καταλάβει ότι θέλω να γεμίσει το ντεπόζιτο στα γρήγορα, να καθαρίσει τα τζάμια, να τσεκάρει τα λάστιχα, να αλλάξει λάδια, να τσεκάρει τα μπουζί και να μου πει που είναι το αφεντικό του.
-Ο κυρ Γιούργους έκει πάει στο τουαλέτα, αλλά τα γκυρίσει σε λίγου. Απάντησε τρομοκρατημένος ο υπάλληλος.
Απέσυρα το βλέμμα για να μη κατουρηθεί πάνω του και βάδισα ατρόμητος προς το γραφείου του ληστή-βενζινά. Μπαίνοντας μέσα αντίκρισα έναν αρκετά ηλικιωμένο κύριο, αξύριστο, με το μισό πουκάμισο μέσα από το παντελόνι και το μισό έξω. Κάπνιζε τσιγάρο και μόλις μπήκα με κοίταξε με βαρεμάρα και έμοιαζε κάπως έτσι:

-Καλημέρα, ξέρετε που είναι ο Γιώργος που έχει το πρατήριο; ρώτησα ευγενικά.
-Εγώ είμαι. Τι θες; απάντησε με ύφος γεμάτο αγένεια και υπεροψία.
Φούντωσα. Ένα πράγμα που σιχαίνομαι στο κόσμο είναι η αγένεια. Από μικρός έμαθα ότι τον σεβασμό τον κερδίζει κανείς. Δεν χαρίζεται. Ίσα-ίσα χάνεται αμέσως, απέναντι σε ανθρώπους που δεν έχουν τρόπους. Ταυτόχρονα προβληματίστηκα. Ήξερα ότι το δολοφονικό μου βλέμμα δεν πιάνει σε γέρους. Οι ηλικιωμένοι, ειδικά οι αγενείς, δεν φοβούνται τίποτα και κανέναν. Έχουν την (λανθασμένη) άποψη, ότι όλοι πρέπει να τους σέβονται, επειδή είναι χούφταλα. Ταυτόχρονα, νομίζουν (επίσης λανθασμένα) ότι μπορούν να τη γλιτώσουν από σχεδόν οτιδήποτε κάνουν ή λένε και βασίζονται στο σεβασμό των άλλων για να το πετύχουν. Αυτό που δεν ξέρουν οι απόγονοι του Mumm-Ra, του παντοτινού, είναι ότι ο Alza δε μάσησε ποτέ από τέτοια.
-Θέλω να μου πεις, γιατί όταν οι άλλοι βενζινάδες, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που προμηθεύουν την ίδια βενζίνη με σένα, έχουν τιμές απο 1,59 με 1,64, ενώ εσύ την έχεις 1,69. Απάντησα αυστηρά πλέον, ελπίζοντας ότι θα τρομάξει και θα απολογηθεί καθώς και ότι θα διορθώσει αυτή την αδικία.
-Έχω έξοδα. Άμα δε σ' αρέσει μη βάζεις. Μου απάντησε με το ίδιο αγενές ύφος και μου γύρισε τη πλάτη, μουρμουρίζοντας κάτι που ακούστηκε σαν να με βρίζει από μέσα του.
Σκέφτηκα να του σπάσω τα κόκκαλα επιτόπου, αλλά συγκρατήθηκα γιατί έχω έναν κανόνα. Πρώτα λογική και μετά ξύλο.
-Θα φύγω και θα έρθω αύριο πάλι. Αν μέχρι τότε η τιμή της βενζίνης δεν είναι στα φυσιολογικά πλαίσια, θα σε βάλω πίσω στο τάφο από όπου ξεφύτρωσες, ζοφερό μίασμα του κάτω κόσμου!
Έφυγα πριν προλάβει να αντιμιλήσει. Φτάνοντας στον πακιστανό έριξα άλλο ένα από τα όλο νόημα βλέμματά μου και αυτός έφυγε για να φέρει ρέστα από το 500ευρω που θα του έδινα. Μπήκα μέσα στο αυτοκίνητο και περίμενα και μετά από 1 λεπτό είδα τον υπάλληλο, ακολουθούμενο από τον υπερήλικα, ο οποίος ερχόταν προς το μέρος μου.
-Άκουσε να δεις, είπε τελικά όταν έφτασε, εμένα μην με απειλείς. Στο δικό μου βενζινάδικο κάνω εγώ κουμάντο κατάλαβες; Εκείνη την στιγμή συνειδητοποίησα ότι κρατούσε ακόμα το τσιγάρο αναμμένο δίπλα στις αντλίες βενζίνης.
-Συνειδητοποιείς ότι είσαι με αναμμένο τσιγάρο δίπλα στη βενζίνη; Εσύ μπορεί να είσαι έτοιμος να κοιμηθείς τον αιώνιο ύπνο, αλλά υπάρχει κόσμος εδώ. Δεν σκέφτεσαι κανέναν; Δεν σέβεσαι τίποτα;
-Στο βενζινάδικό μου καπνίζω όπου, και όποτε γουστάρω. Δε θα μας πεις από εσύ. Άκου εκεί.
Και ρουφώντας την τελευταία τζούρα έριξε τριτσικόνι στο τσιγάρο στέλνοντας το να χτυπήσει στο καπό της Ferrari μου!!! Το τσιγάρο έκανε γκελ στο καπό και τινάχθηκε ψηλά πάλι, με τροχιά τέτοια, που θα έπεφτε σε ένα μικρό λάκκο με εύφλεκτο υλικό. Οι αισθήσεις βάρεσαν κόκκινο. Από τη μία έπρεπε να ξεπλύνω την προσβόλα που έγινε σε βάρος της αμαξάρας μου, από την άλλη, είχαν μαζευτεί και 3-4 αμάξια και 2 από αυτά είχαν παιδιά. Υπήρχε κίνδυνος και έπρεπε να αντιδράσω άμεσα. Με μια αέρινη κίνηση βγήκα από την ηλιοροφή της Ferrari –αφού δεν προλάβαινα να ανοίξω την πόρτα- και με μια επιδέξια, στριφογυριστή κωλοτούμπα, που έκανα με κίνδυνο της ζωής μου, βρέθηκα ακριβώς πίσω από το τσιγάρο τη στιγμή που η καύτρα ήταν 5 εκατοστά πάνω από τη χυμένη βενζίνη. Δεν το έφτανα όμως με τα χέρια και δεν προλάβαινα να κινηθώ παραπάνω. Στόχευσα προσεκτικά και έφτυσα μια χλέπα η οποία, αφενός πέτυχε και έσβησε την καύτρα του τσιγάρου, και αφετέρου εξοστράκισε το τσιγάρο μακριά. Η κρίση τελείωσε πριν καν αρχίσει. Ήρθε η σειρά της προσβόλας. Με συνοπτικές διαδικασίες και για να μη σας κουράσω με λεπτομέρειες, έκανα τον πακιστανό (Γιουσουρ τον λένε τελικά) ιδιοκτήτη του βενζινάδικου, και τον παππού υπάλληλο μέχρι νεοτέρας.
Μπήκα πάλι στην Ferrari και ξεκίνησα αργά-αργά προς το super. Κόσμος με κοίταζε με θαυμασμό καθώς πέρναγα και 6-7 γκόμενες λιποθύμησαν στο διάβα μου.
Μπαίνω super και παίρνω 1 γάλα, ένα καφέ, ένα αγγουράκι, ένα σαμπουάν, 70 κούτες προφυλακτικά και 20 κιλά κωλόχαρτο! Εννοείται ότι τα προφυλακτικά και το χαρτί υγείας κανόνισα να τα πάρουν υπάλληλοι του super και να τα πάνε σπίτι και να πληρωθούν εκεί. Κατέληξα λοιπόν στο καλάθι μου να έχω 4 πράγματα. Καφέ, γάλα, σαμπουάν και αγγουράκι. Τα ταμεία ήταν σχετικά άδεια και πήγα και στάθηκα πίσω από ένα τύπο που είχε ένα καλάθι με καμιά 15αριά προϊόντα. Από πίσω μου ήρθε άλλος ένας τύπος με ένα γεμάτο καλάθι. Περίμενα να τελειώσει ο μπροστινός και τότε χτύπησε η Αlzo-αίσθησή μου, που εντόπισε ύποπτη κίνηση στα δεξιά μου. Γύρισα και πάγωσα με το πλάσμα του σκότους που πήρε υλική μορφή μπροστά μου:


Ήξερα ότι η παρουσία τέτοιων μορφών, αρχαίων όσο η ακρόπολη, μόνο κακό μπορεί να προμηνύει.
-Συγνώμη παλληκάρι μου να περάσω μπροστά; έχω μόνο 1 πραγματάκι. Ρώτησε με ύποπτο γεμάτο πονηριά βλέμμα.
Κοίταξα την ουρά που είναι για πελάτες με 1-3 αντικείμενα και είχε 5 πελάτες και η παλιόγρια δεν μπορούσε να περιμένει 3 λεπτά. Είχε ήδη περάσει τον από πίσω μου και τώρα προσπαθούσε να πηδήξει και εμένα. Με παγαποντιά και με τα ξόρκια που διαθέτουν οι μάγισσες αυτές, προσπαθούν πάντα να ξεγελάσουν τον κόσμο και να μπουν μπροστά στις ουρές, αδιαφορώντας τη σειρά και για το αν κάποιος έχει δουλειά και βιάζεται ή όχι. Και είναι ειρωνεία, γιατί το μόνο που έχει αυτή να κάνει στη ζωή της, είναι να γυρίσει σπίτι, και να ψάξει για τα υπόλοιπα χαμένα δόντια της.
-Καλά και εγώ έχω 4 πραματάκια δεν θα κάνω πολύ. Απάντησα με συγκρατημένη κατανόηση.
Το βλέμμα της πρόδωσε την κακία που φούντωνε μέσα της.
-Δεν θα αφήσεις μια ανάπηρη γριούλα να περάσει; Δεν μπορώ να στέκομαι άλλο όρθια. Είπε σε υψηλότερη ένταση με σκοπό να ακουστεί και το γητευτικό ξόρκι της να μαγέψει το πλήθος γύρω μας.
-Ναι πετάχτηκε ένας κοστουμάτος δήθεν ευγενικός τύπος, Άφησε την κυριούλα να περάσει.
-Είσαι μαλάκας; άσε τη γιαγιά να περάσει, πετάχτηκε ένας γύφτος πίσω από ένα ράφι. Σεβασμός πουθενά!
-Καλά δεν ντρέπεσαι να αρνείσαι τη σειρά σου σε μια ηλικιωμένη; Τι θα πάθεις; Είπε μια καργιόλα από το διπλανό ταμείο.
-Κανένας δεν μας υπολογίζει πια ακούστηκε μια φωνή πίσω μου και γυρνώντας τρόμος με κυρίευσε, όταν είδα 3 μαυροντυμένες γιαγιάδες-νίντζα που προφανώς είχε επικαλεστεί η πρώτη και τώρα με περικύκλωναν. Η θέση μου ήταν δύσκολη. Να τα βάλεις με μια γιαγιά –νίντζα είναι δύσκολο από μόνο του, αλλά 4; Σχεδόν αδύνατο. Θα μάγευαν τον κόσμο γύρω μου και τότε θα αναγκαζόμουνα να τους καταστρέψω όλους. Μελέτησα στρατηγικά το χώρο καθώς επεξεργαζόμουνα 8 εκατομμύρια σχέδια το millisecond. Έπρεπε να δράσω αστραπιαία για να γλιτώσω. Ένα σχέδιο υλοποιήθηκε στο μυαλό μου. Άρχισα να στρέφω έτσι το σώμα μου, ώστε να έχω και τις 4 μούμιες μπροστά μου. Τότε ξαφνικά πιάνω το πουκάμισο μου και με μια αστραπιαία κίνηση το ανοίγω παρουσιάζοντας το γυμνό αντρίκιο, γεμάτο μούσκουλα στέρνο μου, στις αντιπάλους μου. Ακαριαία, διαδοχικά εγκεφαλικά επεισόδια τις ακινητοποίησαν αρχικά και κατόπιν τις έριξαν στο έδαφος. Ήταν απλό. Αυτές είχαν να δουν γυμνό άντρα από τον διαχωρισμό της πανγαίας και ήταν σχεδόν σίγουρο ότι με τη κορμοστασιά μου θα τις αφόπλιζα ακαριαία.
Ευτυχώς με το που εξουδετερώθηκαν έσπασαν τα μάγια και ο κόσμος επέστρεψε σε αυτό που έκανε. Έφτασα στο ταμείο και έδωσα τα πράγματα. Στην υπάλληλο.
-20 Ευρώ μου είπε. Χτυπώντας το αγγουράκι τελευταίο στη μηχανή. Σαν να ήθελε να υπονοήσει κάτι.
Ξαφνιάστηκα για άλλη μια φορά καθώς συνειδητοποίησα ότι η ακρίβεια έχει ξεπεράσει κάθε προηγούμενο.
-Καλά τι ακρίβεια είναι αυτή; 20 ευρώ για 4 πράγματα; Αν ήθελα το αγγουράκι στον κώλο μου, ήξερα να το βάλω και μόνος μου, ευχαριστώ, δεν χρειάζεται να μας γαμήσετε εσείς.
Αποφάσισα να μη δώσω συνέχεια όμως και έριξα ένα από τα δολοφονικά βλέμματά μου στην ταμία εξηγώντας της ότι θέλω τα ρέστα μου όμως για να φύγω. Και έτσι έγινε.
Έφυγα προβληματισμένος. Τα γεγονότα της ημέρας με είχαν βάλει σε σκέψεις. Στο δρόμο προς την βίλλα μου λιποθύμησαν 9-10 γκόμενες, αλλά δεν έδινα σημασία. Είχαν αρχίσει οι υπερήλικες να αποτελούν απειλή για τον κόσμο; Και η ακρίβεια; Να μοιράσω τα άπειρα λεφτά μου στο κόσμο; Φοβάμαι ότι χωρίς την δική μου τεράστια σοφία, είναι ανίκανος να τα διαχειριστεί. Είμαι όμως κουρασμένος από τους προβληματισμούς. Προς το παρόν πάω να ανοίξω τις κούτες που θα έχουν φτάσει σπίτι και να βοηθήσω καμιά λιπόθυμη κορασίδα…Θα το σκεφτώ όμως και θα επανέλθω…