Τετάρτη, 9 Ιουλίου 2014

Παραλιακές παρατηρήσεις

Η κακαισθησία
Beach Bar, πέντε η ώρα το απόγευμα. Κάθομαι στο μπαρ και περιμένω την μπύρα μου. Γκομενάκια πηγαινοέρχονται συνέχεια και παρατηρώ ότι ένα μεγάλο μέρος αυτών, αν όχι οι περισσότερες, φοράνε μπραζίλ. Είχαμε δεν είχαμε το καθιερώσαμε σκέφτηκα, όμως δεν με χάλαγε καθώς οι περισσότερες κοπέλες που είχα δει μέχρι εκείνη την στιγμή, ήταν καλλίγραμμες και το υποστήριζαν. Μέχρι που ακούω ξαφνικά από πίσω μου:

"Ένα φραπέ πάρα πάρα πολύ γλυκό, με γάλα."
"Πόσο γλυκό δηλαδή; Πόση ζάχαρη να βάλω;" ρώτησε ο μπάρμαν και ακούστηκε απορημένος.
"Βάλε εννιά κουταλιές." απάντησε η κοπελιά.

Εννιά! ΕΝΝΙΑ ΚΟΥΤΑΛΙΕΣ ΖΑΧΑΡΗ! Γυρνάω και την βλέπω. Όχι τελείως βαρέλι, αν και ήταν εμφανώς ευτραφής και κυλινδρική, το οποίο δεν έκανε φυσικά σε κανέναν εντύπωση.

"Μωρή φλόμπα, θέλουμε δυο χωράφια ζαχαρότευτλα το μήνα, μόνο και μόνο για να πίνεις τους καφέδες σου. Έλεος πια, λίγο μέτρο και λίγη εγκράτεια δεν βλάπτουν." ήθελα να πω, αλλά συγκρατήθηκα τελευταία στιγμή. Να μη τα πολυλογώ πήρε τον καφέ της και γύρισε να φύγει, όπου εκεί έπαθα ένα ακόμα σοκ, βλέποντας ότι φορούσε και αυτή μπραζίλ! Η γκόμενα δεν είχε καν μέση, ο κώλος της ήταν τεράστιος για τέτοιου είδους μαγιό και η κυτταρίτιδα ξεκινούσε από τον αστράγαλο και έφτανε μέχρι σβέρκο. Και ενώ αντιλαμβάνομαι την ανάγκη του θηλυκού να προκαλέσει το αρσενικό,  τι άλλο μπορεί να προκαλέσει ένα τέτοιο θέαμα, πέρα από εμετό; Γενικά μιλώντας, δεν μπορώ να καταλάβω γιατί είναι τόσο δύσκολο να δουν και να αποδεχτούν κάποιοι, ότι δεν ταιριάζουν τα πάντα σε όλους. Γιατί η μόδα υπερνικά τα πάντα, ακόμα και την πιο στοιχειώδη αισθητική μας;

Μια αφελής δικαιολογία που συχνά ακούω είναι "άμα νιώθεις άνετα με το σώμα σου, να κάνεις αυτό που νιώθεις". Σωστά, γιατί το βασικό όταν είσαι πατσαβούρα, είναι να νιώθεις καλά που είσαι πατσαβούρα και να φοράς αηδίες που σε κάνουν να δείχνεις ακόμα χειρότερη. Μη τυχών βέβαια κάνεις ποτέ τίποτα για να βελτιωθείς (όπως το να παίρνεις καφέ με οχτώ κουταλιές ζάχαρη, ζώον!). Όχι βέβαια, αυτό δείχνει ανασφάλεια και κόμπλεξ. Καλύτερα να παραμείνεις σαβούρα με μπραζίλ και πλήρη έλλειψη επαφής με την πραγματικότητα.

Έστω όμως ότι η πρόταση έχει κάποια λογική βάση, το να νιώθω καλά με το σώμα μου, δεν σημαίνει ότι μπορώ να φοράω ότι μαλακία έρθει στη γκλάβα μου, χωρίς να περιμένω ότι θα με δουλέψει κόσμος. Και εγώ που είμαι παιδαράς νιώθω άνετα με το σώμα μου, αλλά δεν θα με δει κανείς στην παραλία να φοράω αυτό:



Παρόλο που μπορώ να γεμίσω άνετα δυο τέτοιες προβοσκίδες, γνωρίζω ότι η εμφάνιση μου με αυτό το αντικείμενο, θα προκαλούσε μεν αναστάτωση και σεξουαλικά σκιρτήματα σε μέρος του γυναικείου πληθυσμού, όμως θα προκαλούσε και γέλωτα και κριτική από πολύ κόσμο, και δικαίως κιόλας. Γιατί δεν είναι βασικά τα σωματικά ελαττώματα που περιγελά κανείς σε αυτές τις καταστάσεις, αλλά η κακογουστιά και η ηλιθιότητα. Στο προηγούμενο παράδειγμα ας πούμε, δεν θα είχα λόγο να σχολιάσω την χοντρή, αν δεν φόραγε μπραζίλ. Η απόφαση της να το βάλει όμως ουσιαστικά μου λέει: "θέλω να δείξω τον κώλο μου. Κοίτα τον, είναι τεράστιος και άσχημος. Αλλά κοίτα τον και σχολίασέ τον."
Και αυτό κάνω.


Το ζούληγμα
Μια από τις πιο κοινές πρακτικές των γυναικών μετά το μπάνιο στη θάλασσα, είναι να ζουλάνε τα βυζιά τους για να στεγνώσει το μαγιό. Αποτελεί δε μια δραστηριότητα που παρακολουθείς με ένα άλφα ενδιαφέρον, ανάλογα βέβαια το μαγιό, ανάλογα το στήθος και ανάλογα την γκόμενα στο σύνολό της. Προχθές που ήμουν στη παραλία σκάει μια κοπελάρα, πολύ όμορφη, πιάνει το μαλλί και αρχίζει και το μαζεύει σαν πετσέτα για να το στίψει, και μετά το αφήνει να πέσει πίσω και φέρνει τα χέρια στο στήθος, και με αθώες μεν, αλλά γεμάτες υπονοούμενα, κινήσεις, αρχίζει και πιέζει τα μεμέ της, έτσι ώστε το ήδη πλούσιο στήθος της άρχιζε να τονίζεται ιδιαιτέρως. Το άφησε για λίγο, ώστε να φύγει το νερό και μετά πίεσε ξανά. Το βυζί πήγαινε πάνω, κάτω, δεξιά, αριστερά δημιουργώντας μια σούπερ αισθησιακή εικόνα από την οποία το μόνο που έλειψε ήταν να αρχίζει να τρίβει τις ρώγες τις, ή δεν ξέρω και εγώ τι άλλο. Το όλο show το εκτιμήσαμε σίγουρα όσοι άντρες την παρακολουθήσαμε και οι πιο αγνοί παίζει να πιτσίλισαν και το μαγιό τους λιγάκι. Μόνο χειροκροτήματα δε ξέσπασε ο κόσμος όταν η κοπέλα κάθισε τελικά στη ξαπλώστρα για την καθιερωμένη ηλιοθεραπεία.

Καθώς χάθηκε από το οπτικό πεδίο, το μάτι μου έπεσε σε ένα άλλο εντυπωσιακό ον. Εντυπωσιακό όχι γιατί ήταν όμορφο, αλλά γιατί έπιανε το 80% του ορίζοντα που είχα μπροστά μου καθώς έβγαινε από τη θάλασσα. Μάζεψε τα μαλλιά της με τα δυο μπροστινά πόδια για να τα στίψει. Αμέσως δημιουργήθηκε μια μικρή λίμνη δίπλα στις οπλές της. Ενώ ήταν ξεκάθαρο ότι είχε μόλις φάει ένα κοπάδι σαρδέλες που περνούσαν ανυποψίαστες από το εκεί κοντά, πλησίασε το μέρος που είχε τα πράγματα της και έβγαλε μέσα από έναν μεγάλο σάκο, ένα σάντουιτς, που έμοιαζε με βαλίτσα σε μέγεθος. Έφαγε μια δαγκωνιά και το άφησε κάτω. Έπειτα άρχισε και αυτή να πιέζει τα βυζιά της σε μια προσπάθεια να στεγνώσει τον μουσαμά που φόραγε για μαγιό. Δάκρυα άρχισαν να κυλάνε από τα σοκαρισμένα μάτια μου καθώς η κολοσσιαία πατσαβούρα πίεζε τον πατσά και κομμάτια κρέατος μετακινούνταν πάνω κάτω, κάποια από αυτά έτοιμα να ξεχυθούν εκτός του μουσαμά. Κύματα λίπους ξεκίνησαν από το ύψος των μασταριών και έφτασαν μέχρι τα γόνατα. Δηλαδή, νομίζω ότι ήταν γόνατα εκεί, γιατί δεν μπορούσε κανείς να διακρίνει και πολλά. Το ζούληγμα της ζελάτινης μάζας που κάποιος τρικεράτοπας θα αποκαλούσε βυζί, συνεχίστηκε για λίγο αλλά εγώ έχασα τις αισθήσεις μου πριν ολοκληρωθεί καθώς τα μάτια μου δεν άντεξαν τέτοια επίθεση. Λίγο πριν λιποθυμήσω είμαι σίγουρος ότι είδα κάποιες μικρές σαρδέλες να πετάγονται ανάμεσα από το τεράστιο μαγιό και τις δίπλες του σώματος του μαστόδοντου και να πέφτουν στην λιμνούλα που είχε δημιουργήσει νωρίτερα. Τουλάχιστον κάποιος σώθηκε, σκέφτηκα πριν αφεθώ στην γλυκιά σωτηρία του ύπνου.

Τετάρτη, 2 Ιουλίου 2014

Ντιν-Ντιν Ντον....

fact 1: Τελευταία έπαιζα Assasins Creed - Black Flag (παιχνιδάρα).
fact 2: Σήμερα ξύπνησα από τις καμπάνες της διπλανής εκκλησίας.

Ο συνδυασμός των δύο facts, μαζί με τον μουδιασμένο εγκέφαλό μου, δημιούργησαν μια ονειρική αίσθηση ότι είμαι καπετάνιος πειρατής του 18ου αιώνα, που κοιμόταν στην καμπίνα του και ότι η καμπάνα που χτυπούσε, ήταν το σήμα συναγερμού του πλοίου ότι μας την πέφτει ο ισπανικός βασιλικός στόλος. Στο μυαλό μου -που ακόμα κοιμόταν-, το σχέδιο είχε ήδη διαμορφωθεί. Πρώτα θα έπαιρνα το σπαθί μου που είχα πάντα κάτω από την κουκέτα μου. Έπειτα θα πατούσα 'Left Trigger + Α' και θα εκτινασσόμουν με ένα φοβερό πήδο εκτός παραθύρου, όπου με ένα γρήγορο πάτημα του Χ την σωστή στιγμή, θα έπιανα το σχοινί που κρεμόταν έξω από το παράθυρο της καμπίνας και με αυτό θα σκαρφάλωνα μέχρι το πιο ψηλό σημείο του καραβιού. Στο πρώτο ισπανικό πλοίο που θα προσάραζε στο δικό μας, θα έκανα assasinate τον καπετάνιο από ψηλά ενώ πέφτοντας θα έστελνα τουλάχιστον δέκα βελάκια σε γύρω εχθρούς. Έπειτα θα έκανα repair το πλοίο και μετά θα έκανα μια βουτιά στην δροσερή θάλασσα, και αφού έφτανα στην στεριά θα έπινα μια μπύρα με την πανέμορφη πειρατίνα μου πάνω στην αμμουδιά, η οποία θα μου έλεγε ένα κάρο γλυκόλογα για το πόσο με αγαπάει και πως είμαι ο άντρας της ζωής της και τέτοια, αλλά θα πάταγα escape γιατί τα βαριέμαι αυτά τα ρομαντικά και θα πήγαινα κατευθείαν στο σημείο με το μπαλαμούτι.

Αυτό ήταν το αρχικό σχέδιο, αλλά η πραγματικότητα ήταν επώδυνα διαφορετική. Ανοίγω τα μάτια και δεν υπάρχει κουκέτα, δεν υπάρχει πλοίο. Υπάρχει μόνο ο εκνευριστικός ήχος της καμπάνας. ΝΤΙΝ-ΝΤΙΝ ΝΤΟΝ, ΝΤΙΝ-ΝΤΙΝ ΝΤΟΝ, ΝΤΙΝ-ΝΤΙΝ ΝΤΟΝ....κοίταξα το ρολόι: 7.37. Γιατί βαράνε πρωινιάτικα, αναρωτήθηκα; Πλησιάζουν βάρβαροι το χωριό; Για να πούνε την ώρα; Πως μπορείς να καμπανίσεις "7.37"; Μετά θυμήθηκα ότι έχουμε 2014 και δεν υπάρχει λόγος για κάτι τέτοιο, οπότε ηρέμησα και αποφάσισα να ξανακοιμηθώ. Άλλωστε ήταν πολύ νωρίς για να σηκωθώ. Έκλεισα τα μάτια και έβαλα το κεφάλι κάτω από το μαξιλάρι. Μετά από λίγο οι καμπάνες σίγησαν. Το υποσυνείδητό μου φαίνεται γούσταρε τους πειρατές του 18ου αιώνα, γιατί με το που έκλεισα τα μάτια επέστρεψα στην παραλία και συνέχισα να μπαλαμουτιάζω την πειρατίνα.

"Σε θέλω μέσα μου", είπε όλο λαγνεία, ενώ το χέρι της κατέβαινε αισθησιακά προς το φουσκωμένο πλέον παντελόνι μου. Έπιασε το όργανό μου και αναφώνησε με έκπληξη.
"Αααχχχχχχχ.......είσαι βαριά οπλισμένος βλέπω παιδαρά μου...τέτοιο κανόνι είχα να πιάσω από τότε που επισκέφτηκα την αυλή του τσάρου στη Ρωσία... όπλισε το και βύθισέ με...."

"Τι τέλεια που είναι η ζωή", σκέφτηκα. Χρυσαφένια αμμουδιά, καταπράσινα νερά, φοίνικες για σκιά και ένα μωρό από τα λίγα. Λίγο πριν ξεκουμπώσω τα παντελόνια μου, οι καμπάνες του πλοίου άρχισαν πάλι να ηχούν. Συναγερμός. Δεχόμασταν επίθεση ξανά τόσο σύντομα; Ξαφνικά βρέθηκα πάνω στο πλοίο. Ο ορίζοντας φαινόταν μαύρος... Χιλιάδες πλοία γέμιζαν τη θάλασσα σε κάθε σημείο που έφτανε το μάτι. 

"Καπετάνιε, ο ισπανικός και ο αγγλικός βασιλικός στόλος συνεργάζονται εναντίων μας", φώναξε ο ανθυπασπιστής μου, ένας ατίθασος Tζαμαικανός που είχα σώσει από την κρεμάλα πριν λίγες εβδομάδες στο Κίνγκστον.
"Δειλοί.... είναι όλοι τους δειλοί, φώναξε ένας ναύτης"
"Όλοι τρέμουν τον καπετάνιο μας!" αναφώνησαν χαρούμενοι οι ναύτες. Ήξερα ότι πολλοί από αυτούς δεν θα έβγαζαν τη μέρα. Οι μάχες ήταν συναρπαστικές δεν λέω, όμως με είχε κουράσει ο σκοτωμός. Και δεν ήθελα να πάρω μαζί μου τόσο κόσμο. Ακόμα και τους βασιλικούς που ερχόντουσαν να μας καταστρέψουν, τους έβλεπα με κάποιο οίκτο...

Βρέθηκα πίσω στη παραλία με το γκομενάκι και ξεκίνησα να ανοίγω τα πουκάμισα και τα παντελόνια.
"Επ, τι κάνεις εδώ;" ρώτησε με αγωνία. "Οι καμπάνες ακόμα χτυπάνε. Η επίθεση δεν έληξε, δεν θα έπρεπε να είσαι στο πλοίο;"
"Δεν θέλω να πολεμήσω άλλο, βαρέθηκα. Θέλω να μείνουμε εδώ στην παραλία και να κάνουμε σεξ όλη την ώρα και να πίνουμε μοχίτος."
"Και τι θα γίνει με το Alzadong και το πλήρωμα του; θα τους παρατήσεις έτσι απλά;"
"Είναι ήδη χαμένοι. Λυπάμαι για αυτούς αλλά τι θα μπορούσα να κάνω; οι βλαμμένοι οι Άγγλοι και Ισπανοί ενώθηκαν σε μια ύστατη προσπάθεια να μας αποτελειώσουν. Δεν υπάρχει διαφυγή. Γδύσου τώρα!"
"Μισό λεπτό! Έχεις μια δουλειά να κάνεις, δεν μπορείς απλά να τα παρατάς έτσι και να φεύγεις!"
"Και βέβαια μπορώ, τώρα βγάλε το δερμάτινο γιλέκο που φοράς! Μαλλον....άστο, μου αρέσουν τα δερμάτινα γιλέκα.... βγάλε όμως το σουτιέν και το παντελόνι."
"Αμάν πια, όλο στο κοκό το μυαλό σου, δεν θα δείξεις λίγο υπευθυνότητα και λίγο ενδιαφέρον για το κοινό καλό;" 
"Έχεις τρελαθεί μανάρι μου; πειρατής είμαι, όχι η μητέρα Τερέζα"
"Ποια είναι αυτή;"
"Μια τρελή καλόγρια, δεν έχει γεννηθεί ακόμα."
"Και πάλι, το ότι είσαι πειρατής δεν σημαίνει ότι δεν έχεις ευθύνες. Άκου τις καμπάνες ΝΤΙΝ-ΝΤΙΝ ΝΤΟΝ, ΝΤΙΝ-ΝΤΙΝ ΝΤΟΝ, ΝΤΙΝ-ΝΤΙΝ ΝΤΟΝ, συνέχεια σε καλούν να βοηθήσεις τους ανθρώπους σου. Έχεις μια δουλειά να κάνεις."
"Ουφ.... γκρίνια......"

Μεταφέρθηκα στο πλοίο.
"Ο καπετάνιος επέστρεψε!!!!" φώναξε με χαρά όλο το πλήρωμα όταν με είδε πίσω από το πηδάλιο. Ο αντίπαλος στόλος είχε πλησιάσει σε απόσταση βολής και έπαιρνε θέση μάχης. Τουλάχιστον 1500 κανόνια στόχευαν πλέον το Alzadong, το περίφημο σκαρί μου που είχε λεηλατήσει τις θάλασσες της Καραϊβικής όπως κανένα άλλο. Σε λίγα δευτερόλεπτα θα γινόταν θρύψαλα. 
"Τζαμάρκο!!" φώναξα στον Τζαμαϊκανό ανθυπασπιστή.
"Εδώ είμαι αφεντικό" αποκρίθηκε αυτός.
"Είσαι πλέον ο καπετάνιος. Δεν φέρω πλέον καμιά ευθύνη για το πλοίο και το πλήρωμα." Εκείνη την στιγμή και καθώς ο Τζαμάρκο με κοίταζε αποσβολωμένος ακούστηκαν 1500 πανίσχυρα ΜΠΑΜ και ο ουρανός γέμισε με βλήματα....και εγώ εξαφανίσθηκα από το πλοίο.

Βρέθηκα πίσω στην παραλία και άρχισα πάλι να ξεκουμπώνω το παντελόνι. Η πειρατίνα με κοίταξε με ένα βλέμμα απογοήτευσης...
"Πάλι εδώ;" είπε με έντονο επικριτικό
"Όρισα νέο καπετάνιο, δεν έχω πλέον ευθύνη." είπα απολογητικά, άλλα και ενοχλημένα.
"Και αυτό τι σημαίνει; οι καμπάνες χτυπάνε ακόμα... Ακούς τις καμπάνες; Έχεις μια δουλειά να κάνεις πήγαινε στη δουλειά!"....Πράγματι οι καμπάνες ακούγονταν ακόμα, παρόλο που κανονικά τώρα το πλοίο έπρεπε να είχε βυθιστεί....
"Όχι άλλες καμπάνες γαμώ!! τις μισώ τις κωλοκαμπάνες!" 

Άνοιξα τα μάτια. 
ΝΤΙΝ-ΝΤΙΝ ΝΤΟΝ, ΝΤΙΝ-ΝΤΙΝ ΝΤΟΝ, ΝΤΙΝ-ΝΤΙΝ ΝΤΟΝ
Κοίταξα το κινητό: 8.00. Ακόμα νωρίς... 

"Όχι άλλες καμπάνες γαμώ!! τις μισώ τις κωλοκαμπάνες!"